- φκιασίδωμα
- το, -ατοςβλ. φτιασίδωμα.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого). 2014.
φκιασίδωμα — το, Ν βλ. φτ(ε)ιασίδωμα … Dictionary of Greek
φτ(ε)ιασίδωμα — και φκιασίδωμα, το, Ν [φτειασιδώνω] η ενέργεια και το αποτέλεσμα τού φτ(ε)ιασιδώνω … Dictionary of Greek
φτιασίδωμα — φτιασίδωμα, το και φκιασίδωμα, το, ατος βάψιμο με κοκκινάδι, μακιγιάζ, μακιγιάρισμα … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)
ψιμυθίωση — η φκιασίδωμα, επάλειψη της επιδερμίδας του προσώπου με ψιμύθιο, με καλλυντική αλοιφή … Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)